διάσχιση

διάσχιση
η (Α διάσχισις)
διαίρεση, διαχωρισμός, σχίσιμο
νεοελλ.
1. διαδρομή, διάπλους («διάσχιση τού αέρα»)
2. ανώμαλη και βίαιη λύση τής συνέχειας τών σαρκών
3. ναυτ. η διάνοιξη μεγάλων σχισμών με μαχαίρι σε ιστίο για να μπορέσει, σε περίπτωση θύελλας, να περάσει ο άνεμος
αρχ.
(για δρόμο) σχισμή, ρωγμή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • διασχίσῃ — διασχίσηι , διάσχισις division fem dat sg (epic) διασχίζω cleave asunder aor subj mid 2nd sg διασχίζω cleave asunder aor subj act 3rd sg διασχίζω cleave asunder fut ind mid 2nd sg διασχίζω cleave asunder aor subj mid 2nd sg διασχίζω cleave… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοψη — η (Α διάκοψις, εως) [διακόπτω] 1. διακοπή 2. διαχωρισμός, διάσχιση, τέλειο κόψιμο …   Dictionary of Greek

  • διασχίς — διασχίς, η (Α) [διασχίζω] διάσχιση, σχισμή («παρὰ τὴν διασχίδα τῆς φλεβός») …   Dictionary of Greek

  • διασχισμός — διασχισμός, ο (Α) 1. διάσχιση* 2. διχόνοια, φιλονικία …   Dictionary of Greek

  • διαχάραξη — η (Α διαχάραξις) διάσχιση, διάνοιξη αυλακιών με αιχμηρό όργανο νεοελλ. οροθέτηση, καθορισμός τών ορίων ενός τόπου …   Dictionary of Greek

  • ηπατορρηξία — η ρήξη, διάσχιση τού ήπατος από σοβαρό τραυματισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hepatorrhexis < hepato (πρβλ. ηπατο < ήπαρ, ατος) + rrhexis (πρβλ. ρήξις)] …   Dictionary of Greek

  • καρδιορρηξία — η ιατρ. ρήξη, διάσχιση τών τοιχωμάτων τής καρδιάς από βλάβη τών στεφανιαίων αγγείων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cardiorhexie < cardio (πρβλ. καρδι[ο] *) + rhex (πρβλ. ρήξις) + ie (πρβλ. ία)] …   Dictionary of Greek

  • σφήνα — Απλό εργαλείο που αποτελείται από ένα στερεό ανθεκτικό σώμα πρισματικής μορφής με διατομή ισοσκελούς τρίγωνου. Με το εργαλείο αυτό εξασκούνται στις δύο ίσες πλευρές του τρίγωνου (πλευρά της σ.) δυνάμεις ανώτερες εκείνων που εξασκούνται στη βάση… …   Dictionary of Greek

  • τριχορρηξία — η, Ν ιατρ. σπάσιμο ή σχίσιμο τών μεγάλων τριχών τού σώματος, μερικές φορές με ανάπτυξη πολύ μικρών διογκώσεων στο στέλεχος, στο επίπεδο τού οποίου συντελείται η μερική ή ολική ρήξη και διάσχισή τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίχα (ΙΙ) + ρήξη + κατάλ. ία) …   Dictionary of Greek

  • Ανταρκτική — Επιστημονική ονομασία της ηπειρωτικής περιοχής που είναι γνωστή κυρίως ως Νότιος Πόλος. Εκτείνεται γύρω από τον Νότιο Πόλο, βρίσκεται ολόκληρη Ν του Νότιου Πολικού Κύκλου και περιβάλλεται από τα νότια τμήματα του Ειρηνικού, του Ινδικού και του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”